Δευτέρα 22 Νοεμβρίου 2010

Διαθήκη

Όταν θελήσει η μοίρα μου τον κόσμο αυτό ν' αφήσω 
και κάθ' ελπίδα για ζωή απ' την καρδιά μου σβήσω 
μια κούπα από τη στάχτη μου να φτιάξετε συντρόφοι 
σαν θα γεμίζει με κρασί μπορεί να ξαναζήσω
 

Παρασκευή 19 Νοεμβρίου 2010

Κατρακυλώ μα είμ' εδώ


Κατρακυλώ
‘πως η στάθμη της μπουκάλας
Όπως η στάθμη της μπουκάλας
Όπως η στάθμη της εικόνας που έχω για το κόσμο
Για το μέλλον
Για το τριγύρω
Όπως τα ρούχα που λιώνουν σε μια ντουλάπα που
Άργησα να πάρω
Άργησα να τελειώσω με τον εαυτό μου
Και τώρα
Μετά το πέρας του εδιάμεσου
Του καταλύτη,
Λυτρωτή
Μηδενηστή
Εξορκιστή
Πηγάζω ουσίες που δηλητηριάζουν την προσωρινή μου ιδιότητα
Με τα πολλά κλικ κλικ

Ξέχασα τον ειρμό των σκ’εψεων σε μια αποβάθρα που έπιασε φωτιά, κια πνίγηκα όταν προσπάθησα ν ασωθώ. Όταν έβγαλα το σώμα μου έξω η αγάπη μου έλειπε. Δεν ήμουν πια εκεί]
Και κατηφορίζω στον άπλυτο δρόμο, που όλο λάθη κάνω και τα διορθώνομαι, που όλοι με τρομάζουν γιατί τους τρομάζω πρώτος εγώ, που οι λέξεις αλλάζουν μετ΄από ένα λεπτό, που σταγόνες  ρέουν στο παρον σαν τις γράφω έγώ...και έφυγα...και χάθηκα.. και πως θα πω αυτό που θέλω να πω..που οι λέξεις σμίγουν με τα γράμματα και οι φοβίες με τον ειρμό.. και τα αλλοπρόσαλλα πλάσματα φτιάχνονται με τα λάθη του χάου ς και το στοιχειό της λογικής.. που η άβυσσος είναι σαν τον έρωτα κια η επανάληψξ με φοβίζει με φοβίζει με ρημάζει μα εγώ τη...θέλω, ίσως να,  τη θέλω να μου ταλαιπωρεί το σπασμένο μου κορμί το φτωχό μαξιλάρι θα μείνει πάλι στεγνός και θα σταματήσω εδώ... αυτά που ίσως να μη πρόλαβα να πω...ίσως να μην ήθελα να σας πω..ίσως..να πάψω..εδώ

Πέμπτη 18 Νοεμβρίου 2010

Ονείρου βραδιά

Έβαλα την καπότα στο κεφάλι μου. Τη φίλησα, τη χάιδεψα, της έτριψα την κλειτορίδα και πήρα θέση ευθυγράμμισης. Το ζόρισα λίγο μα ήμουν ήδη καλοδεχούμενος. Ταξίδεψα σε λιβάδια. Προσπέρασα γιοφύρια. Τρυπήθηκα από πουρνάρια. Έφτασα στη κορυφή του λόφου. Τότε, έβγαλα το ανεμόπτερο μου. Ζύγιασα τις ανάσες του αέρα, την κίνηση των σύννεφων, την υγρασία του αέρα... Ο νους μου ήταν εκεί... Οι αισθήσεις σε επαγρύπνηση... Και τότε, κάποιος μαλάκας, άρχισε να ξερνάει έξω από το παράθυρο μου. Ήταν σα να του ΄χαν σκίσει το λαιμό και οι χαμένες ανάσες του να μπερδεύονται με το αίμα του· να πνίγεσαι στο ίδιο σου το αίμα. Δε ξερνούσε απλά. Έβγαζε τα σωθικά του και τα ουρλιαχτά του ξύπνησαν το κουφό μου άλογο.Ξύπνησαν και μένα.

Τετάρτη 17 Νοεμβρίου 2010

Τρεις παρά.
Τι ώρα να έχει πάει έξω;
Τέσσερα.
Ας μείνουν τρία.
Οι ώρες αυξάνονται.
Τα τσιγάρα ελαττώνονται.
Αυτή την ώρα,

όλα είναι ίσα.
Ο ύπνος
Ο ξύπνιος
Η λύπη και η μοναξιά
Η χαρά και το κορίτσι
Όλα σφάχτηκαν
σε λεπτομερή κομμάτια.
Κι εγώ
Όπως πάντα εδώ
στην άκρη του κρεβατιού.
Μονολογώ και
ορθοφωνώ.
Ζωγραφίζω αστεία γράμματα.

Ευτυχώς το κρασί τελείωσε.
Ευτυχώς το τραγούδι σίγησε.
Ευτυχώς που θα κινηθώ
θα κοιμηθώ
θα νοσταλγήσω την παρουσία
Το κενό θα κατακλυστεί απ' το δεξί μου πόδι
Μπρούμυτα
καθώς θα ξαπλώσω.
Τι ώρα έχει πάει έξω;

Εδώ όλα καλά
Για απόψε
τουλάχιστον.

Δευτέρα 15 Νοεμβρίου 2010

Barfly σε λα μινόρε

Έθαψα πολλές φορές ένα παιδί, γλυκό, αθώο και ξέγνοιαστο, μα καμιά φορά όπως τη πρώτη. Τότε που τα χρώματα θόλωσαν και ο χώρος έγινε συγκεκριμένος, χωρίς δυνατότητες πλέον.

Και πήγα μέχρι εδώ. Που βάφτισα ξανά τους τόνους του μαύρου και της μιζέριας με ονόματα λησμονημένων χρωμάτων' τις βολικές εξόδους μου με θύμησες λατρεμένων αιματολουσμένων ξιφομαχιών για την καρδιά ενός κτήνους. Ψυθιρίζω στον εαυτό μου ότι δεν είμαι εγκλωβισμένος: έχω ακόμη τον περίπατο στις 16.00 και στις 21.00' το φοβικό μου κρέας στις 14.00 κάθε 3 μέρες' τις 3 παγωμένες μπύρες που λήγουν στο ψυγείο σα γερασμένα όνειρα' τα ατελείωτα λευκά πακέτα του καρκίνου που μεγαλώνω στα πνευμόνια μου.

Το σακατεμένο μου σώμα το μπαλώνω με ψευδαισθήσεις ελευθερίας μήπως και σταματήσω να κρυώνω.
Τα κενά βράδια τα σκοτώνω σε σελίδες ευαγγελίων.
Τα δάκρυα μου τα αποστρέφομαι.
Σταματάω να πονώ γιατί ο πόνος δε με ομορφαίνει πια. Με κάνει αργό ενώ εγώ πρέπει να προλάβω.

Αρχίζω να εξαφανίζω με ζήλο ό,τι έγινε δικό μου και ότι χαλάει τη σκηνή της επόμενης πράξης. Πνίγω λόγια. Πυροβολώ ευχαριστίες. Ίσως να θυμώσω με όλα αυτά κάποτε. Ίσως όταν θα είμαι σε κάποιο θρόνο αυταρέσκειας, να λερώσω τα μάγουλά μου με κάνα μορφασμό λύπης. Μετά όμως θα συνέλθω και θα ξεσκίσω κάθε τι που μου θυμίζει ότι σκότωσα το γλυκό, αθώο και ξέγνοιαστο παιδί που ήμουν κάποτε.


Είναι να ευχαριστιέται κανείς την κατάντια μου

Δευτέρα 8 Νοεμβρίου 2010

Να μη το διαβάσει κανείς

Ανοίγω το ψυγείο. Μια μπύρα. Μόνο. Κοιτάζω τον κόσμο έξω. Βρέχει. Ή κάποιος κλαίει; Όπως και να' χει, θα χρειαστώ αδιάβροχο. Ανοίγω τη πόρτα. 10 ευρώ φτάνουν.
-Οι μπύρες και καπνό.
-7.80.
-Ευχαριστώ. Καλό βράδυ.
-Καλό βράδυ.
Η κοπέλα ακόμη είναι στη στάση. Ο θεός δεν την αγαπάει και τη σκουπίζει από τη μπόχα της πόλης. Αν δεν έχεις άρωμα, δεν προσδιορίζεσαι. Όταν βρέχεσαι, επιστρέφεις στην κατάσταση του πυρήνα. Άοσμος, απόθητοςς, βρεγμένος.
Ανοίγω και τη δεύτερη. Βάζω τη ταινία να παίζει. Τελείωσε. Σπάω δύο αυγά. Ανοίγω την πέμπτη. Ήταν μεγάλη η ταινία. Είχε και αγωνία.
Αύριο έχω ξανά αποστήθιση. Κι εκείνη κάπου χαμένη στα λευκά χαρτιά της. Συνέχεια αυτά τριγύρω της. Είναι όμως μόνο αυτά; Δεν έχει τίποτα άλλο. Τόσα περιστατικά στις ζωές μας όλα αυτά τα χρόνια. Τόσες αλήθειες εμφανίστηκαν σε μάτια αγαπημένα. Τίποτα δε τη συγκίνησε; Ίσως όχι. Ίσως ναι. Δε γνωρίζω, σίγουρα. Εκεί πλανιέμαι αιωνίως. Στην άγνοια. Αύριο ξανά τα ίδια. Αποστήθιση των γνωστών έτσι ώστε να αγγίξουμε, να ερμηνεύσουμε το άγνωστο. Κι αυτή... Μία κόμη μέρα στους ίδιους τοίχους. Να μάθω. Να μου γίνει βίωμα η ύπαρξή της. Η ύπαρξη της επιστήμης μου. Το άγνωστο. Αυτό που βιώνω καθημερινά. Με την ελπίδα ότι κάποτε θα γνωρίσω. Αλλά δε γνωρίζω τι. Άρα πρέπει να δεχθώ το άγνωστο της γνώσης. Γιατί τόσα λευκά χαρτιά τριγύρω της; Αυτός είναι ο κόσμος της: χάρτινος εύθραυστος. Ατελείωτος. Γι' αυτό έχει πολλά χρώματα πάνω της. Για να αγγίζει την απομάκρυνση όταν δεν...
Τέλος πάντων. Μια γουλιά (α)κόμη. Σε λίγο θα ανάψω το τσιγάρο μου. Κρυώνω.
Τα τραγούδια μου φαίνονται ατελείωτα. Γι' αυτό τα αλλάζω πολύ γρήγορα. Συνήθως θυμάμαι τα συναισθήματα που μου προκάλεσαν όταν τα πρωτάκουσα. Είναι δύσκολο να βιώνεις ξανά και ξανά και ξανά τις εντάσεις ορισμένων συναισθημάτων. Έτσι τα αλλάζω. Όπως και τους ανθρώπους. Αλλλλλά καμιά φορά. Απελπίζομαι. Σιχαίνομαι την κίνηση ξέρεις' θαυμάζω την τυχαιότητα και την πρόκληση της κατάφασης στο άγνωστο. Οπότε το αφήνω το γαμημένο. Ακούγεται. Λέει τον πόνο του, τη χαρά, τη καύλα του κοντολογίς. Και με ταξιδεύει. Συνηθίζεις στον πόνο ξέρεις, μετά από κάποια στιγμή. Είναι όπως όταν βγάζαμε τα πρώτα μας δόντια. Τι γλυκός πόνος, από κάποια στιγμή και μετά. Στα τελευταία μου δόντια άρχισα να στεναχωριέμαι. Άρχισα να μεγαλώνω και να αντιλαμβάνομαι ότι μεγαλώνω, και, ότι τα δόντια δεν είναι άπειρα. Όπως η ζωή. Κάποια στιγμή τελειώνουν. Ξέρεις τι λένε γι' αυτό, έτσι; Το πότε θα πεθάνεις, είναι σα το μεγάλο δάχτυλο του ποδιού σου. Δεν είναι στο χέρι σου.
Σπουδαία διαπίστωση ρε μπαγάσα! Ρώτα και κανέναν αυτόχειρα. Που λέει ο λόγος δηλαδή. Γιατί, αφού ονομάστει αυτόχειρας, πλέον μιλάμε για αυτόν χρησιμοποιώντας χρόνο παρελθοντικό, άρα δε μπορείς να του μιλήσεις---> χρόνος παροντικός, σχεδόν μελλοντικός αφού αυτό προϋποθέτει να τον βρεις, πράμα άτοπο αφού δεν υπάρχει στο εδώ ((χώρος)) και στο τώρα (((χρόνος))).
Σε λίγο θα ξαπλώσω. Πρέπει να κοιμηθώ. Το έχω ανάγκη ξέρεις. Αν δεν ξυπνήσω ξέρεις τι να κάνεις, έτσι; Γνωρίζεις; Όχι; Καλύτερα τότε.

Κυριακή 31 Οκτωβρίου 2010

Μετά τη βροχή

Όταν είμαι στο βράδυ
Παύω να φωτοανασυνθέτω
Τρέφομαι τότε
Με τα ξερατά της μέρας

Όταν βράδυ είναι, τότε
Έχω ανοιχτές τις πόρτες και
Κλειστά τα μάτια
Όπως  και  οι υπόλοιποι που
Δεν κοιμούνται

Όταν νύχτα υπάρχει
Ζώ με τη ταλαιπώρια ενός
Άλλου
Που δεν είμαι κατ’ ανάγκη εγώ
Αλλά δεν παύω να..

..κίνηση τυχαίων υποκειμένων με ιδιότητες α-καταστασιακές σε χώρο ορισμένο από το μέγα Τώρα..νυχτοπούλια-τροβαδούροι με μεταλλικές αντλίες αντί για ράμφοι σκούζουν το τραγούδι «Λάστιχα Στο Βρεγμένο Δρόμο» σε Μι ύφεση..Ανατολή παραθύρου μοναχής στον όγδοο όροφο πολυτελούς μοναστηριού, καπνίζει μαριχουάνα και τσιμπουκώνει το «Δόξα Στον Μεγάλο Αδερφό» και το «Παρθένες Κοκκινίζουν»..Καπνοί από νταλίκα που παραστράτισε όταν ένας nowhere κατέβασε καντήλια..Πολιτσμάνοι κοιτούν γριούλα-καμικάζι να τους ρωτάει προς τα πού είναι το σπίτι της κοκκινισκουφίτσας..Το κενό ανάμεσα στα σύρματα της ΔΕΗ διαμαρτύρεται και κατεβαίνει σε πορεία με τις μεγαλόχαρες αδερφές ψυχές..Ο παράδεισος τρομάζει για τα κενά τραπέζια και ανακοινώνει μια σειρά μεγάλων ονομάτων που θα παραλάβει..Στην κόλαση εφαρμόζεται η καπναπαγόρευση..Ξεκινούν οι ταραχές..Οι καλόγεροι την πέφτουν στα πανκιά..Ο Μωυσής δείχνει πως φτιάχνονται οι Μολότοφ..Ο Μολότοφ εκδικείται το Μωυσή και δείχνει πως φτιάχνεις υποθαλάσσιο πέρασμα κλάνοντας..Τα κενά απειλούν να κατακλύσουν τη Πλατεία Συντάγματος..Τα τελώνεια φτύνουν από τις ταράτσες των πολυκατοικιών μωβ ροχάλες..Ο Ροζ Πάνθηρας δίνει διάλεξη για τον ορθολογισμό όταν του την πέφτουν τα χόμπιτ με αρχηγό τον Πινόκιο..Τα περιθώρια κατακλύζουν το κέντρο..Τα άκρα ζητούν αναδιανομή της έκτασης..Τα μπαλκόνια τσακίζονται χωρίς προειδοποίηση και οι κουβάδες γίνονται της μόδας και αντικαθιστούν τις όσιες ομπρέλες..Τα βουνά πάνε διακοπές στις παραλίες..Μέγας Χαμός..Μέγας Βασίλειος τρώει μπανάνες και την πέφτει σε τουρίστες που βγάζουν φώτο τα γυμνά του κωλομέρια..Ο Θεός, ο άΓιος Βασίλης και ο Πριγκοζίν γίνονται κολητάρια σ’ έναν τεκέ..Ο Θεός πεθαίνει από εγκεφαλικό..Στην Κηδειά μόνο ο πρώην ζιγκολό-τελειωμένος πορτιέρης Peter the Saint..Μια γριά πυρπολείται στο κέντρο..Δώστε τόπο στα άκρα φωνάζουν τα νιάτα..Δώστε πρέζα στο λαό φωνάζουν οι αστοί..Δώστε ό,τι έχετε φωνάζουν οι μεγαλοαστοί.. Βρέχει. Το πανηγύρι σχολάει και η εκκλησία τελειώνει. Ο Σωκράτης επιστρέφει σπίτι με μαυρισμένο μάτι. Βρέχει. Όλοι επιστρέφουν. Όλα τελείωσαν. Καμιά ελπίδα. Μετά τη βροχή, ακολουθεί η νύχτα. Μετά έρχεται η ξεκούραση· και οι μελωδίες που παγανίζουν. Τα παράθυρα κλείνουν. Οι πόρτες κλειδώνουν. Οι κουβέρτες απλώνονται και οι πατούσες συναντιούνται στα έσχατα του κρεβατιού. Τα γυμνά χέρια αγκαλιάζουν τα γυμνά κορμιά. Σώματα που χορεύουν. Δωμάτια που φωτίζονται από σπίθες. Όπως όταν τρίβονται τα μέταλλα· οι σπίθες τότε δεν είναι από το ίδιο υλικό με τα μέταλλα. Καραβάνη η κάναβι. Φώτα σβήνουν. Μύτες σκουπίζονται. Φώτα σβήνουν. Ονειροπόλοι σκούζουν άυπνοι. Αγρύπνια. Άλλοι οι μεν, άλλοι οι δε, και όλοι οι υπόλοιποι, απόκληροι της λογικής. Και τα τελευταία πτώματα μαζεύονται από την κούραση. Γερνάνε χωρίς να ζούνε.

..χωρίς να ζώ..

Για μένα
Ή
Για κανέναν

Τετάρτη 6 Οκτωβρίου 2010

Είμαι


Είμαι η ηθική μου και το ξεπέρασμα αυτής
Είμαι αυτό που ήθελα να κάνω , αυτό που τελικά δεν έκανα και αυτό που τελικά δεν ήθελα να κάνω αλλά το έκανα
Είμαι το άλλο μου κομμάτι στη θέση αυτού που θα ήμουν αν δεν ήμουν εγώ

Είμαι πέρα από το Τώρα, στον Τόπο του Άλλου και επιθυμώ την επιστροφή, χωρίς να υπάρχει για να την αποκτήσω
Είμαι η φυγή και ποτέ το εδώ
Είμαι η απώλεια, η προσμονή και ποτέ η πράξη
Είμαι η λύπη, η απογοήτευση και ποτέ η ολοκλήρωση
Είμαι παντού και ποτέ κάπου
Είμαι στο τέλος μου χωρίς να έχω καν ξεκινήσει
Έχω φύγει μα επιμένω να βρίσκομαι εδώ
Έχω την αναπνοή, την τροφή, την πηγή μα ποτέ τη ζωή
Είμαι ο άρρωστος που τον εγκατέλειψε η αρρώστια του
Είμαι ο άνεμος που τον εγκατέλειψαν οι πεδιάδες
Είμαι μια ανάσα που ήταν η τελευταία
Είμαι το τραγούδι που ξέχασα τα λόγια του

Είμαι ένα κινούμενο ανθρωποειδές, που σκορπίζετε από την κλίση του χρόνου, ένας πύργος που το γκρέμισμά του γεμίζει τα τασάκια, είμαι η αναίτια βαθιά πληγή, το μοιρολόι του κρεμασμένου, το ξεραμένο χύσι της πρωινής μαλακίας, η κουκούλα του δήμιου

Είμαι ο απών της ιστορίας μου, ο αμνός του κοπαδιού μου
Είμαι η ιστορία μου που έληξε λόγω χρηματοδότησης
Είμαι η στιγμή ανάμεσα στην αυγή
Είμαι το δείλη του κόσμου που δεν υπάρχει κανείς για να τον ζήσει
Είμαι όσα είμαι και όσα θα ήθελα να είμαι μα τα αρνήθηκα
Είμαι η Άρνηση, ο λόγος της Απόρριψης

Κυριακή 3 Οκτωβρίου 2010

Vermilion

Υπήρχε ένας καιρός στο πίσω κάθισμα ενός γκρίζου ρενό
που έμπλεκαν τα πόδια μου με τα πόδια ενός άλλου
κι έλεγα πως η αδελφή μου είναι μεταλλαγμένη με είκοσι δάχτυλα
κι εγώ ανάπηρος με κανένα νύχι να μεγαλώσει τόσο ώστε να πονά
ή έστω τόσο όσο να κάτσω με νυχοκόπτη σ’ ένα μπαλκόνι της Θάσου
σαν τον μπαμπά μου που πάντα άκουγε τζαζ μα ποτέ του δεν φόρεσε καπέλο.

Υπήρχε ένας καιρός στο πίσω κάθισμα ενός γκρίζου ρενό
που είχα τις πρώτες τζίβες μου στο κεφάλι κάποιου άλλου
και νόμιζα πως οι σκέψεις μου πέθαιναν σε ξένο κόμπο
πως όταν έρθει η ώρα να χτενιστούν θα ομορφύνουν το πάτωμα νεκρές
ή θ’ αφεθούν αρρίζωτες να κοσμούν περιλαμπείς φιλόσοφους
σαν την μαμά μου που πάντα μαράζωνε μέσα στην μυρωδιά των κρίνων.

Υπήρχε ένας καιρός στο πίσω κάθισμα ενός σκουριασμένου τοίχους
που έλεγα πως θα μεγαλώσω τόσο ώστε να μην κοιμάμαι
κι ονειρευόμουν την άναρχη φοβέρα μου να κυβερνά το γκάζι
σκληρά, απότομα, ψιθυριστά, τρεμάμενη και τυλιγμένη μ’ αίμα
ή μ’ ένα πόδι μικρότερο από αυτό του κλόουν
σαν την πράξη δειλίας που ονομάζω αυνανισμό και εαυτό.

Τετάρτη 22 Σεπτεμβρίου 2010

Για την Ε.

ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΆΘΕ Ε.!!!

Όλη μέρα εδώ
Γεμίζω αδειάζω τασάκια
Γεμίζω αδειάζω κουράγιο
Γεμίζω αδειάζω έρωτα
Τίποτα δε πρέπει να γεμίζει
πάνω από τα όριά του
Διαφορετικά ξεχειλίζει
Λερώνει
Σε βάζει σε μπελάδες

Και κάτι ακόμα,
Η αναγνώριση της άγνοιάς μου, εκ μέρους μου, με οδήγησε στην περιθωριοποίηση και στην απομόνωση. Έξοδοι διαφυγής του νου και αύξηση της εντροπίας της ύπαρξης στο κατακάθι της κίνησης, της μνήμης και του χρόνου. Τι να σου λέω τώρα...