Κυριακή, 3 Οκτωβρίου 2010

Vermilion

Υπήρχε ένας καιρός στο πίσω κάθισμα ενός γκρίζου ρενό
που έμπλεκαν τα πόδια μου με τα πόδια ενός άλλου
κι έλεγα πως η αδελφή μου είναι μεταλλαγμένη με είκοσι δάχτυλα
κι εγώ ανάπηρος με κανένα νύχι να μεγαλώσει τόσο ώστε να πονά
ή έστω τόσο όσο να κάτσω με νυχοκόπτη σ’ ένα μπαλκόνι της Θάσου
σαν τον μπαμπά μου που πάντα άκουγε τζαζ μα ποτέ του δεν φόρεσε καπέλο.

Υπήρχε ένας καιρός στο πίσω κάθισμα ενός γκρίζου ρενό
που είχα τις πρώτες τζίβες μου στο κεφάλι κάποιου άλλου
και νόμιζα πως οι σκέψεις μου πέθαιναν σε ξένο κόμπο
πως όταν έρθει η ώρα να χτενιστούν θα ομορφύνουν το πάτωμα νεκρές
ή θ’ αφεθούν αρρίζωτες να κοσμούν περιλαμπείς φιλόσοφους
σαν την μαμά μου που πάντα μαράζωνε μέσα στην μυρωδιά των κρίνων.

Υπήρχε ένας καιρός στο πίσω κάθισμα ενός σκουριασμένου τοίχους
που έλεγα πως θα μεγαλώσω τόσο ώστε να μην κοιμάμαι
κι ονειρευόμουν την άναρχη φοβέρα μου να κυβερνά το γκάζι
σκληρά, απότομα, ψιθυριστά, τρεμάμενη και τυλιγμένη μ’ αίμα
ή μ’ ένα πόδι μικρότερο από αυτό του κλόουν
σαν την πράξη δειλίας που ονομάζω αυνανισμό και εαυτό.