Δευτέρα, 15 Νοεμβρίου 2010

Barfly σε λα μινόρε

Έθαψα πολλές φορές ένα παιδί, γλυκό, αθώο και ξέγνοιαστο, μα καμιά φορά όπως τη πρώτη. Τότε που τα χρώματα θόλωσαν και ο χώρος έγινε συγκεκριμένος, χωρίς δυνατότητες πλέον.

Και πήγα μέχρι εδώ. Που βάφτισα ξανά τους τόνους του μαύρου και της μιζέριας με ονόματα λησμονημένων χρωμάτων' τις βολικές εξόδους μου με θύμησες λατρεμένων αιματολουσμένων ξιφομαχιών για την καρδιά ενός κτήνους. Ψυθιρίζω στον εαυτό μου ότι δεν είμαι εγκλωβισμένος: έχω ακόμη τον περίπατο στις 16.00 και στις 21.00' το φοβικό μου κρέας στις 14.00 κάθε 3 μέρες' τις 3 παγωμένες μπύρες που λήγουν στο ψυγείο σα γερασμένα όνειρα' τα ατελείωτα λευκά πακέτα του καρκίνου που μεγαλώνω στα πνευμόνια μου.

Το σακατεμένο μου σώμα το μπαλώνω με ψευδαισθήσεις ελευθερίας μήπως και σταματήσω να κρυώνω.
Τα κενά βράδια τα σκοτώνω σε σελίδες ευαγγελίων.
Τα δάκρυα μου τα αποστρέφομαι.
Σταματάω να πονώ γιατί ο πόνος δε με ομορφαίνει πια. Με κάνει αργό ενώ εγώ πρέπει να προλάβω.

Αρχίζω να εξαφανίζω με ζήλο ό,τι έγινε δικό μου και ότι χαλάει τη σκηνή της επόμενης πράξης. Πνίγω λόγια. Πυροβολώ ευχαριστίες. Ίσως να θυμώσω με όλα αυτά κάποτε. Ίσως όταν θα είμαι σε κάποιο θρόνο αυταρέσκειας, να λερώσω τα μάγουλά μου με κάνα μορφασμό λύπης. Μετά όμως θα συνέλθω και θα ξεσκίσω κάθε τι που μου θυμίζει ότι σκότωσα το γλυκό, αθώο και ξέγνοιαστο παιδί που ήμουν κάποτε.


Είναι να ευχαριστιέται κανείς την κατάντια μου