Κυριακή 22 Απριλίου 2012

Άτιτλο #1

Μαγείρευα το κατσικάκι στη γάστρα για το 46.

Η ερώτηση για της 10.000 ευρώ αναβλήθηκε μέχρι το πέρας των διαφημίσεων. Πρόσθεσα το δενδρολίβανο και ο Μάκης έκραξε σα να βρισκόμουν χιλιόμετρα μακρυά του :"Ρε Άγγελε! Ποια είναι η νοτιοανατολική χερσόνησος της Σοβιετικής Ένωσης;". "Παράτα μας ρε", απάντησα, "δε υπάρχει λάθος απάντηση. Λάθος είναι η ερώτηση. Η Χαλιράσι."

Την πάτησε ο παίχτης.
Η χερσόνησος ήταν η Χαλιράσι.

Πληροφορία: σήμερα το μενού προσφέρει κατσικάκι στη γάστρα πασπαλισμένο με τρίμματα γεωγραμμένης πληροφορίας, αργοψημένης και πολύτιμης.
Η απάντηση που περίμενα για τη δική μου ερώτηση ήταν επίσης μία και συγκεκριμένη. Σα γεωγραφικό τοπωνύμιο, σα χρονολογία γέννησης παρατήρησης.

το μπλε τετραδιο

Πέμπτη 11 Αυγούστου 2011

SORRY, WE ARE CLOSED

Εγώ γεννήθηκα χοντρός, Μα κάπου στο δρόμο αδυνάτησα. Εγώ μεγάλωσα χαζός, Και κάπου κάποιος μου έμαθε. Θέλει η πουτάνα να κρυφτεί, Και η χαρά δεν την αφήνει. 
Τώρα ταξιδεύεις χωρίς φόβο Δικαιωμένη ως τις άκρες των νυχιών σου Περιφέροντας την αιθέρια λάσπη σου Το άρωμα των ζαχαρωμένων σπονδύλων σου Και τη φωτογραφία της γλώσσας σου Στο χωρίς τέλος ξεκίνημα Όλων τω...

Έτσι για το τέλος θέλω να φορέσω ένα φουστάνι, Και μια γαρδένια στ’ αυτί. Από αυτές που η μάνα μου φύτευε για την κηδεία της. Να ξεπεράσω την ειρωνεία της εικόνας Και να βρεθώ μπροστά σου με μια στύση Ικανή...

*ΕΦΙΑΛΤΗΣ ΚΑΠΟΙΟΥ ΑΛΛΟΥ* Θα βάλω το πιο πολύχρωμο στεφάνι της μητέρας σου και θα έρθω να σε βρω τη μέρα που την πρωτοσυνάντησες, και σαν από άλλου το σάπιο πνεύμα να γεννήθηκες μια παρασιτική ποιήτρια προσκο...

Από ανεμώλια

Κυριακή 3 Ιουλίου 2011

Ας Λήξουν

http://www.youtube.com/watch?v=3LRHRk-Xqms

Του Μανόλη Πολέντα.

Aς λήξουν
ας λήξουν τώρα
οι ερμηνείες όλες
τώρα ας λήξουν
οι δυνάστες του στείρου λόγου

οι στεριανοί
οι ασυνήθιστοι εις τα θαλάσσια ταξίδια του ουρανού
οι συγκροτημένοι νόες που γεννούν σκουριασμένα μέλλοντα
τώρα ας καταλήξουν
τα ηλεκτρόδια εκπομπής των ειωθότων
οι χαμηλοί τόνοι και τα low profile
των φιδιών της κοινωνίας της γης
τώρα ας καταλήξουν
ας λήξουν τώρα τα θεσπισμένα
όλα τα θεσπισμένα διατάγματα
τα ψηφίσματα και οι νομοθετικές πράξεις
η ψεύτικη συγκίνηση των δυναστών φιλάνθρωπων

τα περιτοιχίσματα και οι περίβολοι
που κρύβουν τον ουρανό
ο ουρανός ας κρεμάσει
τους χαμηλούς τόνους και τα προφίλ
των φιδιών της κοινωνίας της γης
τις ψυχρές καριερίστες που φυλάγουν την ευτυχία της ηδονής μέχρι
να βρουν να την πουλήσουν στην υψηλότερη δυνατή τιμή
ας τις αγνοήσουν οι αλήτες του Θεού στη γη
μέχρι να λήξει η σπέκουλα,
τα κέρδη, οι απολαβές, οι αμοιβές, οι μισθοί και οι αποζημιώσεις

τώρα ας ανθίσουν
τα πάθη, τα έντονα συναισθήματα
οι μανίες, οι έντονες ροπές
οι εκρήξεις οργής, τα ξεσπάσματα θυμού, η θέρμη
οι δραματικές αναπαραστάσεις των παθών
τώρα ας ανθίσουν
οι λύκοι της στέπας τώρα ας κατασπαράξουν
αστούς, μικροαστούς, μεγαλοαστούς,
τώρα να λήξουν
οι έρευνες που μπολιάζουν τα ειωθότα
τώρα ας δείξουν οι δορυφόροι
τους καρτερικούς πεζόδρομους του ουρανού
τους αλήτες του Θεού ας δείξουν

τώρα να λήξουν
οι απαθείς, οι ψυχροί, οι αδιάφοροι
οι άνευ πάθους, οι παθητικοί, οι αδρανείς
οι ουδέτεροι, οι μη αντιδρώντες
οι διπλωμάτες που συγκλίνουν κάτω από το βλέμμα του Θεού
τώρα ας καταλήξουν
οι στέγες των λιπαρών κάφρων
τα λιπαρά τσουτσέκια που διανύουν ανενόχλητα
την άσφαλτο του κέρδους
το κέρδος ας λήξει.

Το χάσμα, μέσα εκεί που λάμπει η υπεραξία της αγάπης
ας λάμψει για όλες τις σπέκουλες της κοινωνίας της γης
και ύστερα ας λήξουν καθώς και ο άνθρωπος
που παίρνει χρώμα ζωντανού λίγο προτού πεθάνει
έτσι και οι αστοί, μικροαστοί, μεγαλοαστοί
τα γραφεία των υπουργών
ας καταλήξουν τώρα
και ας συσσωρευτούν υπό του ανέμου
οι κομψοί αθεϊστές
οι αλήτες του Θεού
που αγαπούν και αγνοούν το πέρασμα του κοπαδιού
και τους γύπες που το καθοδηγούν
μες το τεράστιο μαντρί του παγκόσμιου χωριού
για να το αρμέξουν, να το μπολιάσουν να μεγαλώσει
να το βιάσουν ξανά και να του καταστρέψουν
την ψυχή.

Τώρα ας ανθίσουν
οι που συγκινούνται άνευ λόγου,
τα αγόρια που ερωτεύονται όλα τα κορίτσια
τα κορίτσια που ερωτεύονται όλα τα αγόρια
οι νευρικοί και οι εύθικτοι, οι ευερέθιστοι, οι κομψοί εξυβριστές
τώρα ξανά ας ανθίσουν
όσοι υποψιάστηκαν πως πάντα είχαν συντρόφους
σε κάθε σάπια εποχή του παρελθόντος
πως πάντα θα έχουν συντρόφους
σε κάθε σάπια εποχή του μέλλοντος

να βγω κι εγώ στο φως
που τόσα χρόνια μόνος περιμένω να δω τους ποιητές
και να τους πω κι εγώ, να συνεχίσω,

ας λήξουν όλα τα ποιήματα
που πίστεψαν στον εαυτό τους περισσότερο από τη ζωή
οι ακαδημίες των ληγμένων ψυχών
που τα βραβεύουν καθώς πιστεύουν
πως οι μικροί καρτέσιοι έχουν κάτι να δώσουν
απ’ τις μικρές οπτασίες εδώ χάμου κι εκεί χάμου
που χαμουρεύονται
ας λήξουν
ας ανθίσουν τα νεύρα του ανθρώπου
οι νότες οι μινόρες ας γίνουν μηνόρροια
οι μη όροι της ψυχής που αγαπάει ex nihilo ας γίνουν όρια
δάκρυα χαράς στη δημόσια ζωή
φάκες στους μπολιαστές, ερευνητές, ποντίκια
ας λήξουν οι πονηροί Πατέρες
οι εργατοπατέρες
οι μέλλοντες υπουργοί
οι εκπρόσωποι τύπου ας καταλήξουν
οι εργασιομανείς, οι ατάλαντοι τελειομανείς του τίποτα
και της ανούσιας έρευνας που αξίζει λιγότερο από την επιχορήγησή της
η θέση που εξασφαλίζει ασφάλεια και σταθερότητα
ας λήξουν
και ας ανθίσουν τα παλικάρια
που ψήνονται όλη μέρα
και όλη νύχτα πετούν τον κόπο τους
και δε νοιάζονται για αποταμιεύσεις
και ξαναψήνονται την άλλη μέρα
και διατηρούνται νέοι μόνο για ν’ αγαπούν
και να δίνουν τον κόπο τους
σ’ ένα ζεϊμπέκικο
η Λίλια
που πέταξε στα σκουπίδια τα λεφτά
ενώ ήταν φτωχή και ορφανή
μόνο γιατί την προσέβαλαν άδικα
η Λίλια
η μόνη του κόσμου ελπίδα.

Τετάρτη 8 Ιουνίου 2011

Οι αγανακτισμένοι

 και ο κυρ-Παντελής

http://www.youtube.com/watch?v=Lov4oAT2tTk

P.S. αφιερωμένο στις κατσαρίδες που λιμνάζουν στον πύργο και ξέχασαν να τα βάλουν με τους εαυτούς τους.

Δευτέρα 28 Μαρτίου 2011

Εν ώρα υπηρεσίας

Κυριακή 13 Φεβρουαρίου 2011

Αυτή την ώρα

Ό, τι κι αν γίνεται, τώρα, είναι για να παρηγορηθεί μια θλίψη. Δε θέλω παρηγοριά. Δεν θέλω να αποπλανήσω τον εαυτό μου και τη σκέψη μου με παραγωγή σκέψης.

Τα κύματα της μιζέριας να απλωθούν σε όλα μου τα κύτταρα.

Ούτε να απολαύσω θέλω, αυτήν την ώρα. Ακόμη και η αποτύπωση είναι βάσανο. Τίποτα/ είναι/ μετά το μηδέν. Ακόμη και η παρατήρηση του εαυτού μου σε θλίψη είναι βάσανο. Τίποτα. Δε θέλω να ενισχύσω αυτό το συναίσθημα με μια λογικο-εξελισσόμενη παραπομπή στοιχειών παραγωγικών προτάσεων. Δε χωρά στο μυαλό μου καμιά επιθυμία. Ούτε η επιθυμία του διωγμού της δηλητηρίασής μου' ούτε η χαρά της ανακάλυψης ενός εξαίσιοιυ φαινομένου καταβύθισις μιας υποκειμενικής πυρπόλησης.

θέλω να κυλιστώ μες στο βούρκο των διαμαντιών χωρίς σκοπό' να λερωθώ από σκέψεις χωρίς ελπίδες. Δε ζητώ τίποτα αυτή την ώρα, απ' τον εαυτό μου. Ας είμαι λοιπόν ο εαυτός μου, και μόνο αυτός, εδώ και τώρα. 20, 50, 30.




Καθισμένος ένα ολόκληρο απόγευμα
Στην παλιά μπαλωμένη μου πολυθρόνα
Μην περιμένοντας κανέναν να μου χτυπήσει την πόρτα
και κανέναν να με χαϊδέψει
και κανέναν να με μαστιγώσει
και κανέναν να με δεχτεί
και κανέναν να με απορρίψει
Ένιωσα να με πλησιάζει κάτι
που θα μπορούσε να 'ταν η ευτυχία
Τότε σηκώθηκα να σημειώσω αυτές τις λέξεις
Και όλα πήγανε στράφι

Παρασκευή 4 Φεβρουαρίου 2011

Αναδημοσίευση από Queer Trans

"Εισαγωγή στο τρανς ζήτημα, αλλά όχι αυτή που ξέρει η μαμά σου

Υπάρχει τεράστιο πρόβλημα με τον τρόπο που η  κοινωνία εκπαιδεύει τους ανθρώπους σε σχέση με  το φύλο. Τα παιδιά κατηχούνται και προγραμματίζονται από πολύ νεαρή ηλικία στο να πιστεύουν ότι τάχα υπάρχουν δύο ειδών σώματα (αρσενικό/θηλυκό), τα οποία αντιστοιχούν σε δύο κοινωνικά φύλα (άνδρας/γυναίκα), τα οποία είναι από πριν δοσμένα, μη-μεταβλητά και τελείως έξω από τον δικό μας έλεγχο. Αυτή η κοσμοθεώρηση ονομάζεται  έμφυλος δυϊσμός (gender binary), και δεν μας χωράει, εμάς, τους-τις τρανς ανθρώπους.

Το να προσπαθείς να εμφυσήσεις μια νέα οπτική για αυτά τα πράγματα σε όσους έχουν πέσει θύματα αυτής της, εξαιρετικά επιθετικής, πλύσης εγκεφάλου είναι τόσο δύσκολο που μπορεί να καταντήσει αποκαρδιωτικό. Για την ακρίβεια, ένα τέτοιο εγχείρημα μπορεί να μοιάζει εντελώς αδύνατο. Μπαίνει λοιπόν κανείς-καμιά στον πειρασμό, να απαλύνει τον λόγο της-του, για να χαϊδέψει τα αυτιά ενός μη τρανς (cisgender) ακροατηρίου. Λόγω αυτής της κατάστασης έχει δημιουργηθεί μια σειρά υπεραπλουστεύσεων, που τις αποκαλούμε  «εισαγωγή στο τρανς» (trans 101, κατά την πανεπιστημιακή παράδοση) . Αυτές οι άχρηστες συμβάσεις όπως: "ΚΑΤΙ" παγιδευμένο στο σώμα "ΚΑΤΙ ΑΛΛΟΥ" (ΣτΜ αυτό που ακούμε συχνά "είμαι άντρας σε γυναικείο σώμα" και "είμαι γυναίκα σε αντρικό σώμα") προκαλούν σύγχυση ακόμα και σε καλοπροαίρετους cis ανθρώπους, θρέφουν την εσωτερικευμένη τρανσφοβία εντός της δικής μας (trans) κοινότητας και λειτουργούν ως σκιάχτρα και ανεμόμυλοι για να στρέφουν πάνω τους τα βέλη τρανσφοβικές «ριζοσπαστικές» φεμινίστριες, διάφοροι προνομιούχοι cis ακαδημαϊκοί και λοιπές, φανατικές/-οι.

Στην αρχή της μετάβασής μου, κι εγώ εξηγούσα το τρανς ζήτημα μ'αυτό τον τρόπο. Γιατί δεν ήξερα καλύτερο. Γιατί με είχαν διδάξει να σκέφτομαι για τον εαυτό μου μέσω αυτών των άχρηστων συμβάσεων, όπως "FTM" (female to male: θηλυκό προς αρσενικό), "θηλυκός άντρας", κάποιος που "αλλάζει φύλο". Εν καιρώ όμως, μέσα από έντονες συζητήσεις και πολλή σκληρή νουθεσία από ανθρώπους που μ'αγαπούσαν και ήταν περισσότερο γνωστικές, ριζοσπάστριες και ψαγμένες πολιτικά από μένα, κατέληξα να βλέπω τα πράγματα πολύ διαφορετικά.

Δεν έχω ξαναπροσπαθήσει να εξηγήσω τα πράγματα μέσω αυτής της υπεραπλουστευτικής "εισαγωγής στο τρανς", εδώ και πολύ καιρό. Ξεκόλλησα από αυτήν. Αλλά μου φαίνεται ήρθε η ώρα να ασχοληθώ με το πρόβλημα του πώς εξηγούμε και ορίζουμε τι θα πει να είσαι τρανς, χωρίς να καταφεύγουμε σε γλώσσα σεξιστική ενάντια στους τρανς ανθρώπους (cissexist language). Μου φαίνεται, όπως το αναλογίζομαι τώρα, ότι η γλώσσα της παραδοσιακής "εισαγωγής στο τρανς" είναι όχι μόνο προς το πιο αποχαζεμένο της, αλλά και αφοπλισμένη, χωρίς αιχμές. Θέλω να μιλήσω για αλήθειες που απειλούν φοβερά, επιτίθενται στις ίδιες τις βάσεις της ρατσιστικής κοσμοθεωρίας που θεωρεί τα τρανς άτομα υποδεέστερα απ'τα μη-τρανς.
Δε βρίσκομαι εδώ για να κάνω τους μη-τρανς ανθρώπους να νιώσουν άνετα, ή να τους/τις διαβεβαιώσω ότι είναι ακόμα το κέντρο του έμφυλου σύμπαντος. Για την ακρίβεια, δεν έχω κανένα απολύτως πρόβλημα να κάνω ακριβώς το αντίθετο.

Χωρίς άλλη καθυστέρηση, ας ξεκινήσουμε."




Για όποιον ψήνεται για τη συνέχεια τσαλαπατήστε στο επόμενο link:
http://queertrans.espiv.net/

Πέμπτη 3 Φεβρουαρίου 2011

Κουλέ Καφέ

Είμαι χάλια. Εδώ πατώ και δε ξέρω τι είναι το εδώ. Αράζω σε πλατεία. Ανάβω και ένα τσιγάρο. Κοιτώ τα χορτάρια, παιδεύομαι να ξεκολλήσει το μυαλό μου.

Σηκώνομαι. Σβήνω ένα, ανάβω άλλο. Κοιτώ στην άλλη άκρη της πλατείας όπου ένας τύπος έχει βγάλει τη ψωλή του έξω και κατουράει δίπλα σ' ένα κάδο. Θυμάμαι το Διογένη τον κυνικό (πολύ παλιά ήταν αυτός) που υποστήριζε πως οι φυσικές ανάγκες δεν είναι να τις ντρέπεσαι και δε χρειάζεται να τις ικανοποιούμε ιδιωτικά. Ο ίδιος, λένε, μαλακιζόταν στην αγορά της αρχαίας αθήνας, πήχτρα στον κόσμο και οι μύγες να αλωνίζουν.. Cool λοιπόν και γυρίζω το βλέμμα μου αλλού.

Περνάει τότε από δίπλα μου ένα άλλο παλικάρι, κοντά στα 50, που περπατάει άτσαλα. Τον παρατηρώ να απομακρύνεται αλλά δυο αυτοκίνητα πιο κάτω  σταματάει. Λέω από μέσα μου, θα κάνει τη πιο ηλίθια διάρρηξη αυτοκινήτου μέρα μεσημέρι. Συνεχίζω λοιπόν να τον χαζεύω μέχρι να ξεδιπλώσει το ταλέντο του. Όμως το παλικάρι αυτό ανοίγει τα μαγαζιά του, ρίχνει ένα βλέμμα τριγύρω, κι αρχίζει, κι αυτός, να κατουράει δίπλα στ αυτοκίνητο...

Δυο σιλουέτες να ποτίζουν τα πέριξ της πλατείας, μες στη σιγαλιά του μεσημεριού, κι εγώ να βρίσκομαι σε θέση μετανιωμένου για την μονοτονία, λέει, της ζωής μου. Διάολε, η σύμπτωση του να υπάρχεις έχει τελικά τα ανέλπιδα της!!

Υ.Γ. Δε ξέρω τι λέτε εσείς, εγώ πάντως για ασφαλίτες τους έκοψα

Δευτέρα 6 Δεκεμβρίου 2010

\m/

Μόνο εγώ το ένιωσα. Μόνο εγώ το έζησα. Μόνο εγώ
Γιατί ήταν μια δική μου δυνατότητα· υλοποιημένη.
Ήταν ένας δικός μου εαυτός που έζησε
Και τον είδα
Τον παρατήρησα
Τον άφησα να μου κάνει έρωτα
Ήπια απ’τους χυμούς του
Απ’τους δικούς μου χυμούς του πάθους μου
Μόνο εγώ το έζησα
Μόνο εγώ,σε μένα,θα μπορώ να το εξιστορώ

Να μου δώσω ένα χάδι τρυφερό
Να με περιποιηθώ όπως έναν λαχανιασμένο αμαρτωλό
Όπως μια λεχώνα που θα στρωθώ στο κρεβάτι μου
γεμάτη ανακούφιση για την γέννα της
γεμάτη ικανοποίηση για το δημιούργημά της
για το τρένο που δεν άλλαξε ,τρομαγμένο, την πορεία στο φόβο του
για τον γλάρο του ιωνάθαν που κέρδισε δάκρυα στα βλέφαρα του
και τα ξόδεψε στο βουητό της πτώσης
του ταξιδιού στην πραγμάτωση

Και eftasa εκεί
Και ούρλιαξα από χαρά
Ούρλιαξα  από λαγνεία
Είχα τον διάολο μέσα μου και δεν το έδιωξα
Του ζήτησα τα ρέστα
Και του τα πήρα όλα!!
Με ζήλεψε
Κατσούφιασε
Και μου ζήτησε να φωνάξω εξορκιστές
να μυρίσω το λιβάνι
να μυρίσω την αρωκαρία

Ο χειρότερος κάλπης που υπάρχει
είναι ο διάολος
Του ‘δωσα τα ρέστα πίσω
και τον έστειλα στη μάνα του
Χα
Έφυγε με την ουρά στα σκέλια

Εμείς πάλι, μείναμε 'δώ
Κοιμηθήκαμε, κρυώσαμε, πλυθήκαμε κι ήπιαμε σοκολατούχο γάλα

Παρασκευή 26 Νοεμβρίου 2010

Μηχανοκίνητη πορεία 1.0.1


Λοιπόν. Έχω ένα μηχανάκι. Πράσινο. Είναι παλιό, αλλά μπορεί και κινείται. Λάθος: όταν θέλω, μπορώ να μετακινούμε χρησιμοποιώντας το. Στις αρχές, όταν το πρώτοχρησιμοποιούσα, ήταν πολύ δύστροπο. Όποιος γινόταν συνεπιβάτης μου, του φερόταν ξεδιάντροπα και συχνά τραβούσε τα στηρίγματα των ποδιών με αποτέλεσμα ,ο από πίσω μου, να τρομάζει και να το σκέφτεται καλύτερα αν θα το ξανακαβαλούσε. Μια φορά μάλιστα, ενώ ήμουν σουρωμένος και ήμουν  μαζί με έναν ακόμη σουρωμένο και αφού γυρίσαμε τη μισή πόλη, χωρίς να θυμάμαι ακριβώς όλη τη διαδρομή, αυτό απηύδησε και μας έριξε σε ένα χαντάκι. Μάλιστα στον άλλον άφησε και ένα ενθύμιο, σαν αυτά τα ελλειπτικά σημάδια στο εσωτερικό της δεξιάς κνήμης που γιατρεύονται μόνο με κάποιο λάδι ενός σπόρου που υπάρχει μόνο στα εγχειρίδια βοτανολογίας-μαντικής-μυστικισμού· επαναστατικοποιημένος πρωτογονισμός και τα ρέστα.


Μετά από λίγο καιρό το παράτησα. Δεν ήταν μόνο η αμφίβολη εμπιστοσύνη που προκαλούσαμε ο ένας στον άλλο, αλλά και ο καινούργιος κόσμος που ανακαλύπτεις όταν κινήσαι ταχύτερα από έναν πεζό, βραδύτερος από ένα αμάξι, ελαφρύτερος από ένα λεωφορείο, διεισδυτικότερος κι από' να ασθενοφόρο. Ζουγκλολατρεία εις της πόλης τους μαύρους, με λευκές- οριζόντιες και κάθετες- λωρίδες,  ποταμούς. Με ένα σκασμό καρχαρίνια, κολεόπτερα, αμοιβάδες και καυλωμένα ποζεράδικα δελφίνια. Κι εγώ μπαλατζάρω από δω κι απο ‘κει σα μια ξεφούσκωτη πλαστική μπάλα-πασχαλίτσα, που ένα παιδί τη πέταξε στη θάλασσα για να δημιουργήσει ένα κίνητρο αποφασιστικότητας. Αλλά τελικά η παραλία ήταν γεμάτη αχινούς και η μπάλα πήγαινε προς τα μέσα, ενώ το παιδί ήταν πάντα αποκλεισμένο έξω' και η μπάλα πιο μέσα, στα αφρο-γαμημένα-κύματα που πάντα παίρνουν τα όμορφα πράγματα μέσα και όλες τις κουράδες, τα ψόφια-δηλητηριασμένα-από-το-πετρέλαιο ψάρια, τα μουχλιασμένα πλαστικά μπουκάλια' όλα αυτά τα φέρνουν έξω και μόνο οι μπάλες, τα κουβαδάκια, τα καπέλα και τα γυαλιά πάνε μέσα και μέσα..κάπου εκεί ήταν, που αποφάσισα να το παρατήσω. Μετά, μετά τις βροχές, το ξαναπήρα.



Στην αρχή ήταν συναχομένο και έσβηνε συχνά όταν περίμενα σε κάποιο γαμημένο κοκκινωπό φανάρι. Ή όταν περίμενα να κατέβει κάποιος που ζούσε στο πέμπτο όροφο μιας μουράτης οικοδομής. Αργότερα, οι σχέσεις μας βελτιώθηκαν και αρχίσαμε να έχουμε κοινούς γνωστούς. Όταν μάλιστα άρχισε να παίρνει θάρρος, άρχισε και να γίνεται πρόστυχο και γαργαλούσε όπως ένα άλλο, παραμορφωμένο καΙ πλαστικό τσουτσούνι, τις φίλες μου. Ακόμη και τώρα το κάνει καμιά φορά. Το καταλαβαίνεις από τα κοκκινησμένα μάγουλά τους, το απλανές τους βλέμμα και το περίεργο χαμόγελο που μοιάζει με αυτό ενός εφτάχρονου πιτσιρίκου γριπομένου, που του ανακοινώνουν όμως ότι γιατρεύτηκε και δε χρειάζεται πλέον να παίρνει το πράσινο σιχαμερό σιρόπι, και του δίνουν μια σοκολάτα πικρή γιατί και τα κακάκια του πλέον είναι όμορφα και υγιή και δεν θυμίζουν χαλασμένη ψαρόσουπα- ούτε στην όψη, ούτε στην οσμή. Έτσι βγαίναμε συχνότερα μαζί βόλτες: εγώ και το πράσινο, σαραβαλιασμένο, ψωράλογό μου, κινούμασταν με φόρα μπροστά από τους σερίφηδες που φυλάνε τα φρούρια των νεκρών πατεράδων κάποιου έθνους' ανεβαίναμε υπομονετικά ανηφόρες' τσουλούσαμε  ησυχα στις κατηφόρες' και παίρναμε με φόρα τις στροφές βάζοντας στοιχήματα για το αν θα πέσουμε πάνω σε κάνα τετράτροχο για να δούμε πόσο χάλια θα κάνουμε τη μούρη του και, πιο απ' όλα τα μέλη μας θα σακατευτεί, πιο παξιμάδι θα πάει μακρύτερα και πόσο αίμα θα χάσουμε μέχρι να έρθει το φωνακλάδικο φορείο, που έχει μέσα του ένα σωρό σωληνάκια να κρέμονται σα ταριχευμένες μύξες , ένα κρεβάτι που  ανατριχιάζεις όταν ξαπλώνεις πάνω του γιατί δε γνωρίζεις αν, από αυτούς που ξάπλωσαν πριν από σένα εκεί, οι περισσότεροι βγήκαν ζωντανοί ή νεκροί....Περνούσαμε πολύ ώρα μαζί. Ο ένας από κάτω και ο άλλος από πάνω, με τις ανήσυχες προσδοκίες μήπως τύχει και αλλάξουμε αυτή τη συνήθη διάταξη' μην τύχει και βρεθεί ο ένας από πάνω και ο άλλος από κάτω.


Με το καιρό γίναμε ασθενικοί και οι δύο.  Τα λάστιχά του ξεφουσκώνουν συχνά και η δική μου μέση δεν αντέχει τους κραδασμούς--> λόγο των οργωμένων δρόμων που ορίζουν το σχήμα της πόλης. Πολύ συχνά, οι δρόμοι, μου θυμίζουν αυτό το τυρί με τις πολλές τρύπες που πάντα το μπερδεύω με το άλλο που κοστίζει πολλά γιατί έχει μουχλιάσει. Άλλες φορές μου θυμίζει ένα πράμα που δε ξέρω αν έχει όνομα, αλλά η εικόνα, κι αυτό έχει σημασία-η εικόνα κι όχι το όνομα, είναι κάπως έτσι: παίρνεις μια βραστή πατάτα ή ένα από αυτά τα άσχημα τετραγωνισμένα ψωμιά του τοστ και εφαρμόζεις πάνω τους ένα μαγειρικό σκεύος που, ως αποτέλεσμα, σου δίνει τη προηγούμενη τροφή τεμαχισμένη σε πολλά μικρά και τετράγωνα κομμάτια. Το πιάσατε; Δεν έχει σημασία γιατί δεν είναι πάντα έτσι η εικόνα. Άλλες φορές γίνεται όπως το ταμπλό της πρόχειρης τρίλιζας που παίζαμε στο μάθημα κάποιου καθηγητή με ένρινη νανουριστική φωνή' αυτό ΤΟ ΣΧΗΜΑ  πάνω στο θρανίο με τις ανα δύο παράλληλες γραμμές και τις ανα ζεύγη κάθετες' που το παιχνίδι μοιάζει με ένα άλλο παιχνίδι, το "Μπάτσοι και Αναρχικοί" όπου, και οι μεν και οι δε, προσπαθούν να στήσουν αποτελεματικές ευθείες στα στενά της πόλης·  το αποτελεσματικότερο μπλόκο οι μεν,  πύρινο οδόφραγμα, οι δε.

Και να' μαι τώρα εγώ και ο σίφουνάς μου που κόβουμε βόλτες στην οδό των κορομήλων, έξω από το σπίτι του Δημήτρη και γύρω από τα σπίτια της θεάς Εστίας' να παίζουμε τρίλιζα ενάντια στην πλήξη, στο πεδίο που χωροθετούν τα κενά ανάμεσα στο τεμαχισμένο ψωμί του τοστ· με τους κρατήρες να απειλούν με κοίλη τη μέση μου..

Ω τη χαρά, όταν βλέπω τον εαυτό μου σε κάποια τζαμαρία, πάνω στο πράσινο παπί μου..Και ποτέ δεν κάθομαι πρώτος στο φανάρι. Γιατί συχνά χαζεύω το κόσμο που διασχίζει τις διαβάσεις και έτσι δε βλέπω ότι άναψε το πράσινο. Και οι από πίσω μου κορνάρουν και βρίζουν. Γι' αυτό περιμένω δεύτερος και, όταν κουνηθεί ο μεγάλος όγκος που παρατηρεί η άκρη του ματιού μου, εφορμώ και συνεχίζω...Όταν πάλι δεν υπάρχουν ψυχές να περάσουν από τη διάβαση, ανάμεσα στης δύο όχθες του μαύρου ποταμού, αγνοώ τα φανάρια...

Ώσπου eftasa να γράφω. Αλλά βαρέθηκα πια. Άσε που πόνεσε και ο κώλος μου τόσες ώρες καθισμένος.